Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009

TO ΜΠΑΣΤΟΥΝΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ


Ο Μύρωνας γύριζε πίσω στο νησί του μετά από δέκα χρόνια. Σε αυτά τα χρόνια πρόλαβε να κάνει όλα εκείνα που δεν ήθελε, έγινε φωτογράφος σε κοσμικές στήλες, έγλειψε με πολύ παχιά γλώσσα και σύρθηκε στα τέσσερα όπως πρέπει στην επιφάνεια ενός υπόνομου. Συνθηκολόγησε ηττημένος με διευθυντές εκδότες και άφησε την περηφάνια του για ανάμνηση μαζί με κάποιες παλιές φωτογραφίες που απέφεραν κάποτε καλές κριτικές αλλά ήταν νεκρές από κέρδος .
Βρέθηκε στα κρεβάτια πολλών πικροαναθρεμένων και όταν ξυπνούσε την επόμενη μέρα ήθελε πολύ ώρα να καταλάβει που βρισκόταν, η εμετική του διάθεση βέβαια δεν τον εμπόδιζε να κλείσει κι άλλα ραντεβού. Θα μου πεις τι ήταν αυτός ο τύπος; Επιβήτορας; Όχι , μαζί με τις φωτογραφήσεις των κοσμικών έπαιρνε κι άλλες συστάσεις κι άλλα εισιτήρια για πτήσεις στην παράνοια .Αυτό που τόσο αυτάρεσκα το λένε δημόσιες σχέσεις οι έμπειροι αρουραίοι. Ρούφαγε ηρεμιστικά για να ρίξει την ένταση των τύψεων και των ενοχών τα βράδια. Βασικά, το κορμί της Ζωής του γέμιζε τις ώρες. Δεν μιλούσαν, ρίχνονταν στο κρεβάτι και αυτοσχεδίαζαν, μια χαρά τα πήγαιναν. Άλλο που μετά δεν μιλούσαν. Έπειτα, μια μέρα η Ζωή τον ενημέρωσε πως βρήκε την χαρά στο κρεβάτι του εκδότη τους, μετά κι αυτός ξέχασε τον αριθμό των γυναικών που τον φιλοξένησαν στην άδεια αγκαλιά τους, επίσης ξέχασε για πάντα εκείνο το θαυμάσιο πορτρέτο του παππού του που τον είχε τραβήξει στο μαραγκούδικο. Ούτε θυμόταν που το είχε φυλαγμένο, εξάλλου θα πονούσε θανάσιμα αν το έβλεπε μπροστά του. Υπήρχε ακόμη μέσα του περιθώριο για πόνο.
Κι έπειτα μια νύχτα που το φεγγάρι γέλαγε με μισό χαμόγελο πάνω από ένα αρχαίο θέατρο και όλοι οι πικροαναθρεμένοι έδωσαν το παρόν, αυτός τους φωτογράφησε και μέτραγε τις απώλειες, καμία απώλεια. Εδώ βλέπεις η τέχνη ήταν γι αυτούς θέμα ιλουστρασιόν, μετρούσε στα χρηματιστήρια της επιφάνειας, μετρούσε η παρουσία τους. Οι ίδιοι μεγαλόσχημοι τυχοδιώκτες παράγοντες έκαναν την εμφάνιση και το φεγγάρι έγινε μισό από την τόση υποκρισία. Παράγοντες! Εκείνη την νύχτα ο Μύρωνας πήγε να τα πιει μόνος του κάπου στον Λυκαβηττό. Είχε αυτήν την καταπληκτική jazz και το καθαρό ποτό των γνήσιων ποτάδικων. Του ρθε απότομα η φλασιά του νησιού ακούγοντας την μεγάλη κυρία των blues, τότε επάνω στην μπάρα κάθισε η θλίψη και τον κοίταξε στα μάτια τόσο έντονα που όλα απότομα τον στένεψαν, παπούτσια, πουκάμισο, όλα τον περιόρισαν. Θυμήθηκε που είναι!
Άνοιξε το στόμα του να παραγγείλει κι άλλο ποτό αλλά φωνή δεν βγήκε, ένας μικρός πανικός τον έπιασε, άρχισε να τρέμει όπως οι πρωτάρηδες που πάνε στα μπουρδέλα.
Ιδρώτας τον έλουσε κι απότομα και μια κλειστοφοβία, άρχισε να τον στενεύει κι ο χώρος, το ταβάνι πίστεψε πως θα τον πλακώσει, η άβυσσος που ήταν μπροστά του, του θύμισε επειγόντως πως τόσα χρόνια τίποτα με γεύση του γλυκού δεν είχε δοκιμάσει. Τίποτε από ουρανό δεν του θύμιζε την διαφορά του από τον φυλακισμένο, απλά δεν τον έβλεπε κι αυτόν όπως και τόσα. Πλήρωσε με μια τρεμούλα στα χέρια σαν αυτήν που έχει αυτός που πρωτοπληρώνεται, σηκώθηκε και ρούφηξε αχόρταγα τον αέρα και ανακουφίστηκε μόλις συνήλθε. Στάθηκε στα πόδια του κι άρχισε να περπατάει πάνω στα στενά του Λυκαβητού, οι ενοχές και οι τύψεις έβγαζαν φωνές, κύκλωναν σαν ίλιγγος το κεφάλι του και μια φράση άρχισε να βγαίνει από τον λαβύρινθο του μυαλού του, μια φράση δέσποζε κάτω από το μισό φεγγάρι, πάνω στο γλιστερό δρόμο. << χάθηκες φίλε, χάθηκες>>, φώναζαν οι ήχοι, έκαναν ομαδική κραυγή, δέσποζαν στο πλάνο. Κι αυτός; Αυτός κυνηγημένος ξαφνικά από τον αόρατο εισβολέα ασθμαίνοντας , μπήκε στο σπίτι και όταν έκλεισε η πόρτα πίσω του ήξερε τι θα κάνει. Έπρεπε να πάει εκεί που η γλύκα περίσσευε, εκεί που τα τοπία βελούδινα ρουφάνε την θλίψη και η ανυπαρξία εξαφανίζεται , εκεί που επικρατεί η μυρουδιά του φασκόμηλου. Εκεί που η έμπνευση είναι κυρίαρχος και η ομορφιά φυσική και καθόλου βίαιη, εκεί στην άγονη γραμμή, εκεί που τα σπίτια απαλά χαιδεύουν με το άσπρο τους και το απόλυτο μπλε δεν ξεθωριάζει όπως τα όνειρα που είχαμε παιδιά.
Έτσι , βρέθηκε στο καράβι με την καρδιά ανάλαφρη και συμβολικά πέταξε από το κατάστρωμα το κινητό του, σαν εκείνη την ταινία θυμάσαι; Όταν οι ελεύθεροι καβαλάρηδες ανέβηκαν στις μηχανές για να αρχίσουν το ταξίδι, πέταξαν τα ρολόγια. Χαμογέλασε μόνος του, χαμένος στα αστέρια , μέσα στο κατάμαυρο τοπίο έλαμπαν και χόρευαν από τις αποστάσεις μα νόμιζε πως έγινε κι αυτός ένα μικρό κομματάκι από το ασήμι τους , πως ενώθηκε με μια λεπτή κλωστή στον χορό τους. Ένοιωσε ένα κύμα ανακούφισης, μια θαλπωρή πολύ παλιά βρήκε θέση μαζί του στο καράβι, εκεί μέσα στα μάτια του, αυτά, αυτά που τώρα ήθελε όσο τίποτε να ανακουφίσει από την ασχήμια , να τα περιθάλψει, να τα γιατροπορέψει . Σαν την γιαγιά του που χάιδευε το κεφάλι του παππού όταν αρρώσταινε κι αυτός με λεπτό θυμό της έλεγε, << έλα διάολος στην κεφαλή σου πιο, σε βλέπει το παιδί ίντα κάνεις και θα θαρρεί πως είμαι άρρωστος>>. Κι αυτή χαμογέλαγε και πήγαινε να βράσει το φασκόμηλο. Έτοιμος να το μυρίσει, να το δει κάτω από τα στεγνά βράχια ένοιωσε, έτοιμος να κολυμπήσει στο απόλυτο, στο ατέλειωτο, στο όμορφο, το πασιφανές.
Όταν το καράβι έφτασε στον προορισμό του, δεν του έκανε εντύπωση το λιμάνι που είχε επιμηκυνθεί, ούτε το πρώτο χωριό που δέσποζε επάνω στα πόδια του βουνού, το έλεγε σκορπιό, παιδί , επηρεασμένος από το σχήμα που έφτιαχναν τα φωτάκια των σπιτιών, πάλι ήταν το ίδιο σχηματικά, απλά πιο μακρουλό, πιο πυκνοκατοικημένο. Με το αμάξι διέσχισε τον δρόμο και χάζεψε το παλιό μονοπάτι, το έκοβε στη μέση η άσφαλτος, μα αυτό ήρεμο, καθόλου δεν εκνευριζόταν, ήταν εκεί, γεμάτο μυρουδιές και έτοιμο να περπατηθεί με τα μεγάλα του πέτρινα σκαλιά.. Και μακρινά ακούγονταν τα κουδουνάκια των κατσικιών. Αυτά συνηθίζουν να κάθονται κάτω από τα απότομα βράχια για δροσιά και να κοιτάζουν μπροστά την θάλασσα.<< Το πέλαγος κοιτάζουν παππού>>; Τον είχε ρωτήσει μια φορά μικρός με μεγάλη απορία. <<Εμ και ίντα νόμιζες ; Το πέλαγο κοιτάζουν γιε μου κι αυτά, σάμπως κάθε μέρα δεν το ακούνε;>>
Πάλι τον τύλιξε μια ζεστασιά από οικειότητα , από μεγάλη αγάπη, αστέρια και ανάμνηση έγιναν ένα, φώλιασαν απεγνωσμένα στην καρδιά του. Είχε χώρο, η γλύκα των πραγμάτων ήρθε μόνη της, δίχως να της το ζητήσει, ήρθε και έγινε σαν φωτοστέφανο, στέναξε ανακουφισμένος, όπως οι άνθρωποι που πετάνε με τα μάτια της ψυχής τους πάνω από το Αιγαίο, όπως αυτοί που γίνονται μέρος του φυσικού τοπίου.
Έπειτα βρέθηκε στο σπίτι των παππούδων του, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του πεθαμένου γέροντα ανέπνευσε τη υγρασία του κλεισμένου σπιτιού και την μυρουδιά του μπαούλου της γιαγιάς. Θα άνοιγε το σπίτι συνέχεια από αύριο, να μπει ο ήλιος και να διώξει την κλεισούρα της μοναξιάς των πέτρινων τοίχων. Πολύ μοναξιά, σαν του Μύρωνα που είχε να ρθει δέκα χρόνια. Κλείνοντας τα μάτια σαν να ένοιωσε κάποιον να κάθεται στην άκρη του κρεβατιού, σαν να ένοιωσε μιαν ανάσα. Χαμογέλασε, δεν του έκανε εντύπωση, ήταν συνηθισμένος σε αόρατες παρουσίες εδώ από μικρός, όταν φοβόταν, η γιαγιά του, του έκανε ξεροτήγανα και ο παππούς του έδινε την δική του απάντηση. <<Δεν θα φοβάσαι γιε μου αυτά που δεν βλέπεις, άστα να σου μιλήσουν και μετά θα πάρουν το δρόμο τους. Αυτά που βλέπεις καμιά φορά να φοβάσαι, να τα κοιτάς προσεχτικά, πολλές φορές, αν πραγματικά είναι έτσι που συ τα βλέπεις>>. Κοιμήθηκε τόσο γρήγορα ο Μύρωνας, τόσο απαλά, που ξέχασε πως έπαιρνε κάτι να τον βοηθά στον ύπνο.
Την άλλη μέρα ο ήλιος των Κυκλάδων εισέβαλε σαν μανιασμένος εραστής , έδωσε φως σε κάθε γωνία του σπιτιού, σε κάθε γωνία του δωματίου. Έξω από το σπίτι έκαιγε τα πάντα, ξαφνικά είχε την διάθεση να αρπάξει την μέρα με τον φόβο μήπως χάσει κάποια στιγμή της, λες και αυτό έκανε πάντα. Αποφάσισε σε δευτερόλεπτα να κάνει μια μικρή πεζοπορία ,θα πήγαινε στο εγκαταλειμμένο χωριό των παππούδων του, αυτό που γνωρίστηκαν και έκαναν τα παιδιά τους. Ο μεγάλος σεισμός το είχε ρίξει και έτσι μετά όλοι έφυγαν σταδιακά στην Λ….., τον οικισμό που θα ζούσαν μέχρι να πεθάνουν. Βγήκε από το σπίτι με μια εφηβική διάθεση, η πορεία άρχισε να γίνεται δύσκολη γιατί καθώς πατούσε σε μια μεγάλη πέτρα κατρακυλούσε στην άλλη. Γινόταν και πιο δύσκολη με την λάβα του ήλιου πάνω από το κεφάλι, ανελέητη η κάθε ακτίνα, λες κι έβρισκε πιο πολύ δύναμη εδώ και σε σφυροκοπούσε. Για κανένα μισάωρο διέσχισε τον χωματόδρομο με τις πέτρες, έπειτα βρέθηκε στα πρώτα χαλάσματα.
Τα παλιά σπίτια ριγμένα , στημένα απλώς στα πρώτα τους θεμέλια , έτσι βουλισμένα λες και θρηνούσαν .Περιέγραφαν μεταξύ τους με παράπονο τις εικόνες της ζωής τους. Ο μικρός οικισμός ακτινοβολούσε μια μελαγχολία που έσπαγαν με την παρουσία τους κάποια καινούργια σπιτάκια, χτισμένα όπως τα πρώτα. Κάποιοι Γάλοι είχαν ξεθάψει τις πολιτισμικές μνήμες και τώρα προκαλούσαν την ζήλια σε αυτά που ήταν σε εγκατάλειψη. Όχι παραπάνω από τέσσερα. Άπλετο το φως άφηνε το άσπρο τους να φωνάζει στον άγονο τόπο, πλούσιες βουκαμβίλιες άπλωναν τα δάχτυλα τους στις μεγάλες ταράτσες, χαρούμενες οι αυλές με τα πηγάδια τους ,όλα απλωμένα με τέχνη και σεβασμό. Περπάτησε με έξαψη, προερχόμενη από την παλιά ιστορία, προς την εκκλησία. Αυτή πάλι κοιτούσε ξεδιάντροπα μπροστά την θάλασσα , πολύ κάτω της. Με τόση ησυχία στο περιβάλλον άκουγε τις φωνές των δυο χωριών θαυμάσια, πιο ανάλαφρα άκουσε τον θόρυβο της θάλασσας, τούτο το χωριουδάκι βρισκόταν ανάμεσα στα άλλα δυο, πάνω από μια χαράδρα ξεκουραζόταν. Κάτω από ένα μοναδικό πεύκο κάθισε κι άρχισε να φαντάζεται πως είναι η πραγματική ζωή του ανθρώπου. Πως είναι να σαι ένα κομμάτι μιας ιστορίας, να σαι ένας κρίκος του κύκλου , πως είναι να βρίσκεσαι εκτεθειμένος στην πραγματική ομορφιά κι όχι αυτήν που στολίζεται με ψεύτικα σύμβολα!
Άρχισε να σκέπτεται πόση ενοχή έχουν πια οι άνθρωποι που την καλοσύνη φρόντισαν να την διώξουν μακριά τους στολίζοντας την με λέξεις αποφυγής και απαξίωσης .
Άρχισε να νοιώθει την γλύκα της φυσιολογικής ζωής στο δέρμα του, οι αισθήσεις αχόρταγα ρούφαγαν το γύρω, ηρεμία, τάξη και γαλήνη είχαν τραγούδια να πουν, κάθισε με ανακούφιση και άκουγε. Η συμφωνία της αρμονίας έρρεε από τα ουράνια.
Δεν φοβόταν τίποτε, λες και η ευγένεια παραχωρούσε τον πύργο της σε κάθε του σκέψη. Παραδομένος χαμένος στο γαλάζιο μπρός μακριά , ξαφνικά άκουσε έναν θόρυβο πίσω του. Γύρισε, είδε πέρα κάποιον άνθρωπο καθισμένο πάνω σε μια πέτρα. Άρχισε να τον πλησιάζει με χαρά, καθώς έφτανε κοντά πρόσεξε το ήρεμο πρόσωπο, ένας γέροντας ακουμπούσε τα χρόνια του σε ένα μπαστούνι. Κ αι τότε πρόσεξε πως φορούσε παλιά ρούχα, άλλης εποχής, σαν ράσο, με ένα σχοινί στην μέση. Ξυπόλητος. Τον κοίταξε στα μάτια κι ένοιωσε λες και μπορούσε κι έμπαινε εκείνη την στιγμή μέσα σε κάθε του κρυφή σκέψη, λες και διάβαζε του Μύρωνα κάθε προηγούμενο. Δεν ήξερε πως μπορεί κάποιος να βλέπει έτσι κι όχι μόνο να κοιτάζει. Δεν μιλούσε, ρούφαγε την στιγμή, λες και αυτός ο άνθρωπος κάτι του έκανε , λες και τον υπέβαλε σε μια γλυκιά ιεροτελεστία, κάτι σαν είδος μύησης, κάτι σαν την έξαψη της πληρότητας έλαμψε μέσα του. Τα γένια του έτρεχαν μακριά και ακουμπούσαν στο μπαστούνι. Τα μάτια του Μύρωνα έτρεξαν στο πρόσωπο, το άσπρο του ματιού του άλλου, ασάλευτο.
Ευγενικό πρόσωπο, τα μάτια του είχαν μιαν απαλή μελαγχολία, δεν φώναζε να την προσέξεις.
Παρατήρησε το μπαστούνι, ξύλινο, από υλικό παλιό, κατέληγε σε δυο κεφάλια φιδιών. Το ένα κοιτούσε δεξιά, το άλλο αριστερά. Άνοιξε το στόμα ο Μύρωνας αποφασισμένος, να του μιλήσει, ανοιγόκλεισε τα χείλη, ήχος μηδέν, σαν αυτό που του χε ξανασυμβεί στο μπαράκι του Λυκαβηττού; Όχι ακριβώς έτσι, οι λέξεις απλά δεν έβρισκαν διέξοδο στα δόντια, τραγάνιζαν το χρόνο ακίνητες, βουβές και άπειρες, στριμώχνονταν δίχως διέξοδο, σαν μετανοιωμένες. Αμέσως τότε ένα φως τύλιξε τον γέρο, μια λευκή εκτυφλωτική αύρα έτρεξε γρήγορα στο φυσικό του περίγραμμα, σχηματίστηκε τότε κάτι σαν λευκό αυγό .Ένα λευκό αυγό που τον περυτύλιξε. Την στιγμή που αυτό γινόταν, ένα κομμάτι γης έτριξε, κουνήθηκε για λίγο το έδαφος που στεκόταν ο Μύρωνας, ένα μεταφυσικό δέος απλώθηκε μέσα στην ψυχή του, ένας αόριστος φόβος. Έκανε να κουνήσει τα πόδια του, ένα πόδι μπροστά, διέταξε τον εγκέφαλο του, κάνε το πόδι μπροστά. Τίποτε, το τρέμουλο από κάτω συνεχίστηκε κι αυτός εκεί, ανύπαρκτος από θέληση, απολύτως άπραγος. Ακινητοποιημένος!
Τότε ο γέρος σηκώθηκε, συνέχιζε να τον κοιτάζει ατάραχα και άρχισε να περπατάει μακριά από τον Μύρωνα, αργά, το λευκό φως διαλύθηκε γύρω του και λες και ταξίδεψε στον ουρανό. Ο Μύρωνας κοίταγε, η γη σταμάτησε να κουνιέται και ο γέρος χανόταν αργά από το οπτικό πεδίο του. Ο Μύρωνας κατάπιε με έναν κόμπο, Ο γέρος χάθηκε πια. Κούτσαινε ελαφρά από το δεξί του πόδι. Τότε ο Μύρωνας κουνήθηκε, ο εγκέφαλος πήρε την εντολή, βήμα μπρος, ένα πόδι, μετά το άλλο, άρχισε να βρίσκει όλη την κίνηση το σώμα, έτρεξε προς το μέρος που χάθηκε ο άλλος, κοίταζε, μα δεν είδε τίποτε, τίποτε. Έτρεξε όπως οι αλαφιασμένοι, σκουντουφλούσε στις πέτρες που σιχτίριζαν την αγαρμπότητα, πονούσαν τα πόδια , η καρδιά έκανε ανάδυση απότομη, ιδρώτας τώρα έτρεχε άγρια, που είναι ο γέρος σκεφτόταν η λογική, που είναι η εικόνα; Τίποτε, το τοπίο ήρεμο όπως πριν, τα τζιτζίκια μόνο που ξαφνικά μέσα σε μια τρελή συμφωνία ορχηστρική, άρχισαν να τον ξεκουφαίνουν, φώναζαν μανιασμένα, οι φωνές των ανθρώπων από τα διπλανά χωριά απότομα έκαναν παρουσία, κάποιο παιδί που έκλαιγε, τα αρώματα του φασκόμηλου και της ρίγανης επίσης απότομα αναδύθηκαν. Έπεσε στα γόνατα ο Μύρωνας, γεμάτος από την εμπειρία της παρουσίας του ηλικιωμένου άρχισε να φωνάζει ,<<ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ ΓΕΡΟ; ΣΕ ΕΙΔΑ, ΤΟ ΞΕΡΕΙΣ ΠΩΣ ΣΕ ΕΙΔΑ. ΠΟΥ ΕΙΣΑΙ; ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΤΡΕΛΟΣ! ΤΟ ΑΚΟΥΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣΣ ;>>.
Κανένας ήχος άλλος από τους γνωστούς, τώρα; έπρεπε να παραδεχτεί πως τρελάθηκε; Έπρεπε να φοβάται; Καμιά απάντηση δεν ηρέμησε την ψυχή του, όμως κι ο φόβος αντικαταστάθηκε από ένα μεταφυσικό δέος. Από αυτό που παθαίνει ο άνθρωπος όταν δεν μπορεί να εξηγήσει με την λογική και την εμπειρία του το γεγονός. Ο Μύρωνας πήρε τον δρόμο της επιστροφής αποφασισμένος πως τίποτε δεν θα ταν ίδιο από εδώ και πέρα.
Έφτασε πνιγμένος στον ιδρώτα στο σπίτι, ηττημένος, θορυβημένος. Άνοιξε το μπουφεδάκι της γιαγιάς, πήρε ένα καραφάκι ούζο, άρχισε να πίνει θέλοντας να χαλαρώσει. Σχεδόν μεθυσμένος πολύ μετά ,παραδόθηκε σε έναν άγριο ύπνο, οι σκέψεις του, του έλεγαν να αρχίσει την έρευνα . Ας κοιμηθεί, να ηρεμήσει να ξέρει με ηρεμία τι να κάνει. Έτριζε το κρεβάτι από τον αγώνα, ευτυχώς κοιμήθηκε, έπρεπε να πέσει η αδρεναλίνη, να τσουλήσει πίσω, από κει που ήρθε, απρόσκλητη όπως πάντα.
Η επόμενη μέρα του έδωσε το αόρατο μήνυμα. Ξέρεις οι λύσεις έρχονται όπως πάντα, όταν σταματάς να σκέφτεσαι αυτό που σε εγκλωβίζει με τα πως και τα γιατί.
Πηγαίνοντας στο σπίτι της τελευταίας σε ηλικία γερόντισσας, σκεφτόταν πως θα στήσει τις ερωτήσεις ώστε και να μην τον πάρει για τρελό αλλά και να μην την τρομάξει. Η κυρά –Πλυτώ. Η τελευταία κάτοικος του ερειπωμένου χωριού .Η μόνη που ζούσε.
Τον υποδέχτηκε όπως ακριβώς τα εγγόνια και τα δισέγγονα της. Μ ε την τραγουδιστή ντοπιολαλιά τον ρώτησε γιατί χάθηκε, << γιάντα βρε γιέ μου ηχάθης μωρέ τόσα χρόνια, ε; ήφυε η λαλά σου με τον καημό σου. Που ναι ο Μυρωνάκος μου έλεε μωρέ , αχ αχ αυτή η πολιτεία , ίντα σας κάνει μωρέ και μας ξεχνάτε; Ε; μάγια>>;
Την άφησε την Πλυτώ να ξελαφρώσει, ξελάφρωνε κι αυτός μες την γλύκα της γυναίκας, τα λόγια της τρυφερά κι αθώα μαλάκωναν την ταραγμένη του ψυχή.
Το πήγε μαλακά , πήγε στον Σ….., της είπε, εκεί, στο πρώτο τους χωριό, έκανε μια βόλτα είδε τα σπίτια κ.λ.π, τι ωραία που έχουν κάνει τα καινούργια οι Γάλοι, παραδοσιακά. Άκουγε η Πλυτώ κι άνοιγε η καρδιά της, τριγύρναγε κιόλας μέσα στον οικισμό, μύριζε την ατμόσφαιρα.
Κι ήρθε η ώρα της ερώτησης, αν ξέρει καμιά ιστορία , κανένα θρύλο για έναν γέροντα με ένα παράξενο μπαστούνι. Η Πλυτώ άνοιξε τα μάτια της, <<Ιιιιιι γιέ μου, από που ήμαθες εσύ για τον άνθρωπο αυτόν; Μωρέ, ηξέρεις το ποιος ήταν αυτός; Ήταν ο πιο αγαπημένος άνθρωπος σε όλο το χωριό. Να που ήταν παιδί μου ένας πολικός πρόσφυγας, εξόριστος από την Αίγυπτο. Αυτός γιέ μου ήρθε επά κυνηγημένος, άρρωστος, ένα μαύρο χάλι, από το ξύλο που έφαγε εκεί και την ταλαιπώρια ο καψερός ηκουτσάθη λιγάκι στο δεξί του πόδι. Είδαν κι απόειδαν οι δικοί μας και τον γιατροπόρεψαν, τον ήκαναν καλά. Αυτός ήτανε γραμματιζούμενος πολύ, ήταν δάσκαλος στην Αίγυπτο , ηπήρε το λοιπό όλα τα παιδιά και τα μαθε γράμματα. Για σκέψου, τους έμαθε γράμματα! Τώρα θα σου πω και τ άλλο, μα μη με περιγελάσεις, όπως τα ξέρω από την μάνα μου στα λέω κι εγω τώρα>>.
<< Πες μου και δε θα σε περιγελάσω>>., είπε ξέπνοα ο Μύρωνας.
<< Ε να παιδί μου που αυτός μπορούσε κι ήλεε τα μελλούμενα .Έδινε απαντήσεις στα ερωτήματα των ανθρώπων. Άλλος ήθελε να πάρει καίκι, δεν του λεγε κάντο τώρα, του λεε την σωστή στιγμή. Όσοι δεν τον άκουσαν τους ρούφηξε η φουρτούνα, τους ρήμαξε η θάλασσα το καίκι. Άλλος πάλι ήθελε να παντρέψει την θυγατέρα του ,πότε κι αν γινόταν. Του έβρισκε και τον μήνα αυτός δα που θα παντρευόταν η κόρη. Ε, να παιδί μου, τέτοια πράματα είχαμε τότε, απλοί ανθρώποι ήτανε, ίντα άλλο να ρωτάνε. Μα ότι τους ορμήνευε ήταν και το σωστό πάντα, αχ θεός σχωρές την ψυχούλα του>>.
<< Μάλιστα ,ψέλλισε ο Μύρωνας, δηλαδή υπήρξε, δεν ήταν θρύλος >>.
<< Όχι παιδάκι μου, άνθρωπος ήταν, δεν ήταν αερικό.>>. Ξανάπε η γυναίκα αλλά ο Μύρωνας τινάχτηκε στην συνειδητοποίηση και πετάχτηκε σχεδόν κλαίγοντας για το σπίτι. Κι ούτε φυσικά κάθισε στην έκπληκτη γερόντισσα να εξηγήσει.
Απόλυτα επηρεασμένος από την ύπαρξη του παλιού ανθρώπου ένοιωθε τώρα την αγάπη να κυλάει μέσα του, μια παλιά πηγή από φως και ζέστη ξεχείλησε σε όλο του το είναι, κοντοστάθηκε και έριξε μπόλικο από το υλικό της. Ξελαφρωμένος από κάθε τι άσχημο κοιτούσε έναν άλλο κόσμο, ένας καινούργιος ξεπήδησε ξαφνικά, αναδύθηκε λαμπρός, του ξ έδιωξε τις τύψεις και τις ενοχές, τον φόβο, αβασάνιστα μπήκε μέσα του και τον αλάφρωσε, γαλήνεψε κολυμπώντας στο απόλυτο φως.
Όταν έφτασε στο σπίτι, μπήκε στο δωμάτιο του παππού του και άνοιξε τα παράθυρα να μπει ο ήλιος, τότε ξαφνικά κάτι τον έκανε να κοιτάξει στον τοίχο. Κάτι ήταν κρεμασμένο. Πως δεν το είχε δει; Ο παππούς του είχε φτιάξει μια όμορφη κορνίζα, εκεί έβαλε την φωτογραφία που του είχε τραβήξει κάποτε ο Μύρωνας, αυτήν που έψαχνε, που δεν θυμόταν καν που είναι!
Κοίταξε το πορτρέτο, αμέσως ήξερε τι να κάνει. Εντελώς ξαφνικά φανερώθηκε μπροστά του λάμποντας και γελώντας η αλήθεια, την καλοδέχτηκε με την πιο τρυφερή ευγνωμοσύνη. Πόσο όμορφο να γυρνάς εκεί που πάντα ήθελες! Και πόσο υπέροχο να το τολμάς αψηφώντας τα εμπόδια! Χαμογέλασε στον παππού του κι ας μην τον έβλεπε.
Αυτή είναι μια άλλη ιστορία από την επίσκεψη μου στα νησιά, δεν σου κρύβω πως ένα μέρος της συνέβη σε μένα. Την κράτησα στην μνήμη μου για να στην πω καλέ μου φίλε…

1 σχόλιο:

  1. Την είπες τόσο όμορφα, καλό μου κορίτσι, την ιστορία σου που θα τη καταχωνιάσω στο μυαλό και τη ψυχή μου όσο ζω. Όπως και την άλλη με την Ελένη και το "βουνό"......

    ΑπάντησηΔιαγραφή